ἀτενίζω

ἀτενίζω (α copul.) напряженно смотреть, вперять взор

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀτενίζω" в других словарях:

  • ἀτενίζω — look intently pres subj act 1st sg ἀτενίζω look intently pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατενίζω — ατενίζω, ατένισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ατενίζω — (AM ἀτενίζω) 1. βλέπω κατευθείαν μπροστά, έχω προσηλωμένο το βλέμμα μου κάπου 2. βλέπω με τον νου μου, οραματίζομαι αρχ. 1. είμαι ισχυρογνώμων, επίμονος 2. φρ. «ἀτενίζω τὴν διάνοιαν πρός τι» προσηλώνω την προσοχή μου σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ατενής …   Dictionary of Greek

  • ατενίζω — ισα 1. κοιτάζω κάποιον με προσηλωμένο σ αυτόν το βλέμμα: Δεν του μίλησε, αλλά τον ατένισεμε αυστηρότητα. 2. βλέπω, αποβλέπω: Ελπίζω να μην τον ατενίσω πια τον άνθρωπο αυτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτενίσατε — ἀτενίζω look intently aor imperat act 2nd pl ἀ̱τενίσατε , ἀτενίζω look intently aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀτενίζω look intently aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενιεῖ — ἀτενίζω look intently fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀτενίζω look intently fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενιζόντων — ἀτενίζω look intently pres part act masc/neut gen pl ἀτενίζω look intently pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενισάντων — ἀτενίζω look intently aor part act masc/neut gen pl ἀτενίζω look intently aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενίζει — ἀτενίζω look intently pres ind mp 2nd sg ἀτενίζω look intently pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενίζον — ἀτενίζω look intently pres part act masc voc sg ἀτενίζω look intently pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτενίζοντα — ἀτενίζω look intently pres part act neut nom/voc/acc pl ἀτενίζω look intently pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.